ΜονΠρΘεσ 1610/16 : Τακτική διαδικασία – Αλληλόχρεος λογαριασμός – έννοια.

14 Μαρτίου, 2016

ΜονΠρΘεσ 1610/16 – Τακτική διαδικασία Αλληλόχρεος λογαριασμός – έννοια Αλληλόχρεος ή ανοικτός λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι υποχρεωτικώς έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώρηση τους την αυτοτέλεια τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο, που προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού με την αντιπαραβολή των κονδυλίων. Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά κάθε εξάμηνο εκτός αντίθετης συμφωνίας και οριστικά με καταγγελία της σύμβασης. Για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός χρειάζεται να υφίσταται τουλάχιστον δυνατότητα αποστολών και από τα δύο μέρη. Για τη θεμελίωση της αγωγής, που στηρίζεται σε σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αρκεί να εκτιμάται από το περιεχόμενο της, ότι παρασχέθηκε στα μέρη η δυνατότητα αμοιβαίων χρεοπιστώσεων, να αναφέρεται το κλείσιμο του λογαριασμού και αν μεν η αγωγή στηρίζεται στην αναγνώριση του καταλοίπου, να καθορίζεται το ποσό της αναγνώρισης, ενώ αν δεν υπάρχει τέτοια αναγνώριση, να παρατίθενται όλα τα κονδύλια του λογαριασμού, από τα οποία προκύπτει το κατάλοιπο, το οποίο ζητείται, ώστε εάν το τελευταίο αμφισβητηθεί, να γίνουν αντικείμενο απόδειξης τα επικαλούμενα κονδύλια του λογαριασμού και συνακόλουθα η ορθότητα του εξαγόμενου υπολοίπου. Ο αλληλόχρεος λογαριασμός καταρτίζεται με σύμβαση, έστω και άτυπη. Μόνη η συμφωνία των συμβαλλομένων δεν μπορεί να προσδώσει σε κάποια σύμβαση το νομικό χαρακτήρα του αλληλόχρεου λογαριασμού, αν δεν συντρέχει και η δυνατότητα αποστολών και από τις δύο πλευρές, έτσι ώστε να μην είναι εκ των προτέρων γνωστό ποιο από τα δύο θα είναι οφειλέτης ή πιστωτής κατά την εκκαθάριση των δοσοληψιών τους, έστω και αν δεν υλοποιηθεί από τα πράγματα η δυνατότητα αυτή. Συνεπώς, δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός όταν, από τη φύση της σύμβασης, ο ένας συμβαλλόμενος γίνεται μόνο πιστωτής και ποτέ οφειλέτης και ο άλλος μόνο οφειλέτης και ποτέ πιστωτής, δικαιούμενος απλώς να εξοφλήσει το χρέος του με τμηματικές καταβολές, που γίνονται προς αντίστοιχη απαλλαγή του από το χρέος. Ειδικότερα, στη σύμβαση πώλησης, δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός όταν ο πελάτης εμπόρου αγοράζει εμπορεύματα με πίστωση του τιμήματος (ολική ή μερική) και καταβάλλει, σε εξόφληση του πιστωμένου τιμήματος, διάφορα χρηματικά ποσά, διότι, στην περίπτωση αυτή, υπάρχουν περισσότερες πωλήσεις, ανεξάρτητες μεταξύ τους, με πίστωση του τιμήματος, το οποίο είναι καταβλητέο τμηματικά. Στην προκειμένη περίπτωση εκτιμάται ότι δεν πρόκειται για αλληλόχρεο λογαριασμό αλλά για απλό δοσοληπτικό λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, αφού ρητά αναφέρεται στην αγωγή ότι η πρώτη εναγομένη έφερε την ιδιότητα της αγοράστριας που παρήγγειλε και αγόραζε εμπορεύματα και εντεύθεν της οφειλέτιδας του καταβλητέου τιμήματος που καταχωρούνταν στο λογαριασμό, ο δε ενάγων έφερε την ιδιότητα του πωλητή και εντεύθεν δανειστή του τιμήματος. Οφειλέτης σε βάρος του οποίου γίνονταν οι χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό ήταν μόνο η πρώτη εναγομένη και όχι ο ενάγων, ενώ πουθενά δεν αναφέρεται ούτε συνάγεται κατ’ εκτίμηση από το περιεχόμενο της αγωγής, ότι παρασχέθηκε στα μέρη η δυνατότητα αμοιβαίων χρεοπιστώσεων και αποστολών και από τις δύο πλευρές, αντίθετα ο ενάγων ήταν πάντα πιστωτής και ποτέ οφειλέτης, η δε πρώτη εναγομένη πάντα οφειλέτιδα και ποτέ πιστώτρια. Επιπροσθέτως, η αγωγή τυγχάνει και ενεργητικά ανομιμοποίητη ως προς τους 2° (ατομικά), 3η και 4η εναγομένους. Απορρίπτει την αγωγή. […]

Read more

ΜονΕφΚρήτης 19/2016: Αντισυνταγματικότητα αρ. 54Α§5 του ν. 4174/2013 – (πιστοποιητικό καταβολής ΕΝΦΙΑ). Αντίθεση και με ΕΣΔΑ.

13 Μαρτίου, 2016

Το άρθρο 54Α παρ.5 του Ν.4174/2013 (πιστοποιητικό καταβολής ΕΝΦΙΑ) έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα άρθρα 17,20 και 25 του Συντάγματος, καθώς και με το άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.. Αριθμός απόφασης: 19/2016 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ευαγγελία Ψαράκη, Εφέτη και το Γραμματέα Ηλία Στεργιόπουλο …….. Ο ενάγων με την από 9.1.2012 και με αριθμ.πρωτ.23/2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων ζήτησε όσα αναφέρονται σ΄αυτήν. Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την αριθμ.210/2014 οριστική απόφασή του δέχτηκε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το εναγόμενο με την από 31.3.2015 και αριθμ.πρωτ.60/2015 (αρ.κατ.εφ.132/28.4.2015) έφεσή του με πράξη ορισμού δικασίμου αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφαση. ………….. Με το Ν.4223/2013 προβλέφθηκε η επιβολή του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) και δη στο άρθρο 1 αυτού ορίζεται « 1. Από το έτος 2014 και για κάθε επόμενο έτος επιβάλλεται Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) στα δικαιώματα της παραγράφου 2 του παρόντος, σε ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή κάθε είδους νομικές οντότητες την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους. 2.Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. επιβάλλεται στα εμπράγματα δικαιώματα της πλήρους κυριότητας, της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της οίκησης και της επιφάνειας επί του ακινήτου….. Εξαιρετικά, επιβάλλεται και στο δικαίωμα της νομής ή οιονεί νομής, της κατοχής,…..» , στο άρθρο 2 αυτού « 1. Υποκείμενο του ΕΝ.Φ.Ι.Α. είναι κάθε πρόσωπο ή οντότητα του άρθρου 1, ανάλογα με το δικαίωμα και το ποσοστό του, και ειδικότερα: α) Αυτός που αποκτά δικαίωμα σε ακίνητο από οποιαδήποτε αιτία, από την ημερομηνία σύνταξης του οριστικού συμβολαίου κτήσης ή από την ημερομηνία τελεσιδικίας της δικαστικής απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα ή καταδικάζεται ο δικαιοπάροχος σε δήλωση βουλήσεως…. γ) Ο κληρονόμος και ειδικότερα: αα) ….ββ) Ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος, εφόσον δεν έχει δημοσιευθεί διαθήκη μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου της φορολογίας έτους…. ζ) Ο νομέας επίδικου ακινήτου. Αν το ακίνητο εκνικηθεί με τελεσίδικη απόφαση, ο ΕΝ.Φ.Ι.Α., που καταβλήθηκε, δεν επιστρέφεται…..3. Ο πλήρης κύριος υποχρεούται στην καταβολή του συνολικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. που βαρύνει το ακίνητο κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του….8. Για την εφαρμογή του ΕΝ.ΦΙ.Α ακίνητα που δεν ιδιοχρησιμοποιούνται από το υποκείμενο του ΕΝ.Φ.Ι.Α θεωρούνται αυτά τα οποία εκμισθώνονται ή παραχωρούνται καθ` οιονδήποτε τρόπο σε τρίτο. Τα ακίνητα που δεν εμπίπτουν στο προηγούμενο εδάφιο θεωρούνται ιδιοχρησιμοποιούμενα…», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 4223/2013, όπως αυτή ήδη τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. γ αρ. 5 του Ν 4254/2014: «Μετά το άρθρο 54 του ν. 4174/2013 προστίθεται νέο άρθρο 54Α που έχει ως εξής: «Άρθρο 54Α Υποχρεώσεις τρίτων για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων. 1. Είναι αυτοδικαίως άκυρη κάθε υποσχετική ή εκποιητική δικαιοπραξία με την οποία συστήνονται, μεταβάλλονται, αλλοιώνονται ή μεταβιβάζονται, από οποιαδήποτε αιτία δικαιώματα επί ακινήτου ή παρέχεται δικαίωμα προσημείωσης ή υποθήκης σε αυτό, αν δεν μνημονεύεται και δεν επισυνάπτεται από το συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο που συντάσσει, πιστοποιητικό της Φορολογικής Διοίκησης, με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων, καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει, ή νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για το συγκεκριμένο ακίνητο και έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει […]

Read more

ΑΠ 225/2015 – Τμ. Γ’ (Πολ.) : Υποχρεωτική η εξέταση των επικουρικών βάσεων της αγωγής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

13 Μαρτίου, 2016

Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως “πράγματα” νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Επομένως πράγματα υπό την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατόπιν αποδοχής της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο, τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της, που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στη περίπτωση αυτή το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή. Εάν όμως οι επικουρικές αυτές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνά τους, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή προσηκόντως παραπόνου έφεσης από τον ενάγοντα εφεσίβλητο με δική του έφεση, έστω και επικουρικού χαρακτήρα, σε σχέση με την τυχόν παραδοχή της έφεσης του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, οι αναιρεσείοντες ζητούσαν κυρίως να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής για την κτήση του δικαιώματος συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο, επικουρικά δε ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου τους και ακολούθως στο πρόσωπό τους, ως καθολικών διαδόχων αυτού ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής για την κτήση του δικαιώματος ωφέλιμης κυριότητας σ’ αυτό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερευνώντας και τις δύο βάσεις δέχθηκε ως νόμιμη κατά ένα μέρος και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της και απέρριψε αυτήν ως νόμω αβάσιμη κατά την επικουρική της βάση. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ήδη αναιρεσίβλητοι-εναγόμενοι άσκησαν έφεση, παραπονούμενοι για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Το Εφετείο δικάζοντας την έφεση στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος αυτής επανεκτίμησε την υπόθεση και ερευνώντας αυτεπαγγέλτως τη νομική βασιμότητα της αγωγής κατά την κύρια βάση αυτής, που δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ότι είναι νόμω αβάσιμη και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τη βάση αυτή. Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, καθ’ όσον το δικαστήριο της ουσίας δεν ενήργησε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθ’ υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης των εναγομένων, οπότε και μόνον θα ιδρυόταν η σχετική πλημμέλεια. Απορρίπτει την από 1-7-2013 αίτηση των Π. Μ. κ.λπ. περί αναιρέσεως της 22/2013 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. areiospagos.gr

Read more

ΜονΠρΘεσ 1610/16 : Αλληλόχρεος λογαριασμός – έννοια.

11 Μαρτίου, 2016

ΜονΠρΘεσ 1610/16 : Αλληλόχρεος λογαριασμός – έννοια. Εν προκειμένω εκτιμάται ότι δεν πρόκειται για αλληλόχρεο λογαριασμό αλλά για απλό δοσοληπτικό λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, αφού ρητά αναφέρεται στην αγωγή ότι η πρώτη εναγομένη έφερε την ιδιότητα της αγοράστριας που παρήγγειλε και αγόραζε εμπορεύματα και εντεύθεν της οφείλέτιδας του καταβλητέου τιμήματος που καταχωρούνταν στο λογαριασμό, ο δε ενάγων έφερε την ιδιότητα του πωλητή και εντεύθεν δανειστή του τιμήματος. Οφειλέτης σε βάρος του οποίου γίνονταν οι χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό ήταν μόνο η πρώτη εναγομένη και όχι ο ενάγων, ενώ πουθενά δεν αναφέρεται ούτε συνάγεται κατ’ εκτίμηση από το περιεχόμενο της αγωγής, ότι παρασχέθηκε στα μέρη η δυνατότητα αμοιβαίων χρεοπιστώσεων και αποστολών και από τις δύο πλευρές, αντίθετα ο ενάγων ήταν πάντα πιστωτής και ποτέ οφειλέτης, η δε πρώτη εναγομένη πάντα οφειλέτιδα και ποτέ πιστώτρια. Επιπροσθέτως, η αγωγή τυγχάνει και ενεργητικά ανομιμοποίητη ως προς τους 2° (ατομικά), 3η και 4η εναγομένους. Απορρίπτει την αγωγή. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΡΙΘΜΟΣ 1610/2016 ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Σεμέλη Ορφανίδου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Ελένη Κουρτίδου. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 6.11.2015 για να δικάσει τη με αριθμό κατάθεσης ….. αγωγή από αλληλόχρεο λογαριασμό και από πώληση: ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Σ. του Δ., κατοίκου …. Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας του δικηγόρου ΜΘ (ΑΜΔΣΘ ………), η οποία κατέθεσε προτάσεις. ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) της υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «Γ. …….Ε.Π.Ε. – ΕΜΠΟΡΙΑ ….. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και το διακριτικό τίτλο «……..» που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή αυτής Γ., 2) του Γ., κατοίκου ……… Θεσσαλονίκης, ατομικά και ως ειδικού εκκαθαριστή της πρώτης εναγομένης, οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας τους δικηγόρου ΣΚ (ΑΜΔΣΘ ………..), η οποία κατέθεσε προτάσεις, και 3) της Ε. του Α., κατοίκου …… Θεσσαλονίκης και 4) της Μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……. Ε.Μ.Ε.Π.Ε. με то διακριτικό τίτλο «..Ε.Π.Ε.» που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα από τη διαχειρίστρια της Γ., ως εταίρου της πρώτης εναγομένης, οι οποίες παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου ΜΒ (ΑΜΔΣΘ …….), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η συζήτηση της αγωγής προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 28.3.2014 και κατόπιν αναβολών για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η αναγραφή δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία […]

Read more

ΑΠ 109/2013: Παραίτηση από το δικόγραφο μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση.

10 Μαρτίου, 2016

Παραίτηση από το δικόγραφο με εξώδικο – Κλήτευση διαδίκων σε μετ’αναβολή δικάσιμο ΑΠ 109/2013: Παραίτηση από το δικόγραφο μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση- Η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, η οποία όμως δεν καλύπτει τα τυχόν ελαττώματα της μη νόμιμης παράστασης του απόντος διαδίκου κατά την αρχική δικάσιμο. « (…) Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρµόζονται, σύµφωνα µε το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή µερική από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, µπορεί να γίνει ή µε προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή µε δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχοµένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 4/2012, Ολ.ΑΠ 20/1999). Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ’ άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης µπορεί να γίνει και µε εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Για το κύρος δε της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ’ αυτή, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΟλΑΠ 744/1982)…. (…)Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα […]

Read more

ΑΠ 481/2015: Η δικαστική απόφαση αποκτά νομική υπόσταση από τον χρόνο δημοσίευσης του σχεδίου και όχι από την καθαρογραφή της. Με τη θεώρηση του πρωτοτύπου από τον εισηγητή και την υπογραφή του βεβαιώνεται ουσιαστικά ότι το αιτιολογικό και το διατακτικό του δημοσιευμένου σχεδίου της απόφασης έχει μεταφερθεί πιστά και με ακρίβεια στο πρωτότυπο.

8 Μαρτίου, 2016

Περίληψη: Η δικαστική απόφαση αποκτά νομική υπόσταση από τον χρόνο δημοσίευσης του σχεδίου και όχι από την καθαρογραφή της. Με τη θεώρηση του πρωτοτύπου από τον εισηγητή και την υπογραφή του βεβαιώνεται ουσιαστικά ότι το αιτιολογικό και το διατακτικό του δημοσιευμένου σχεδίου της απόφασης έχει μεταφερθεί πιστά και με ακρίβεια στο πρωτότυπο. Όταν υπάρχει διαφορά ή αντίθεση μεταξύ του δημοσιευμένου σχεδίου και του καθαρογραμμένου πρωτοτύπου, υπερισχύει το δημοσιευμένο σχέδιο, το οποίο είναι δεκτικό προσβολής με ένδικα μέσα. «Από τις διατάξεις των άρθρων 300, 304 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 11 του ν. 4055/2012) και 305 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η δημοσίευση της απόφασης σε δημόσια συνεδρίαση από το σχέδιο που συντάσσει, χρονολογεί και υπογράφει ο δικαστής που εκδίδει την απόφαση ή, σε περίπτωση πολυμελούς δικαστηρίου, από το σχέδιο που συντάσσει ο εισηγητής, χρονολογεί ο πρόεδρος και υπογράφουν αυτός και ο εισηγητής, επιφέρει την τελείωσή της, που συνεπάγεται τις έννομες συνέπειες της ύπαρξης της απόφασης. Η καθαρογραφή της απόφασης από το σχέδιο και η υπογραφή του πρωτοτύπου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και τον γραμματέα κατά το άρθρο 306 ΚΠολΔ έχει προβλεφθεί για να διευκολύνεται η αναγνωρισιμότητα, η αναπαραγωγή και η ασφαλής κυκλοφορία αυτής, ενόψει του ότι με το πρωτότυπο όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την απόφαση εμφανίζονται ενιαίως υπό ομοιόμορφο τύπο, και όχι για να αποκτήσει νομική υπόσταση η απόφαση αυτή, η οποία θεωρείται συντελεσμένη με τη δημοσίευση του πιο πάνω σχεδίου. Το πρωτότυπο, το οποίο αναπτύσσει το λειτουργικό του ρόλο για την εξυπηρέτηση κατ’ εξοχήν των αναγκών της αναγκαστικής εκτέλεσης και την επέλευση άλλων προβλεπόμενων έννομων συνεπειών, συνδεόμενων αρρήκτως με την ύπαρξή του, δεν αυτονομείται από τη δημοσιευθείσα από το σχέδιο απόφαση, ώστε να είναι σε θέση να ανατρέψει ή να αλλοιώσει την τελευταία. Με τη θεώρηση, άλλωστε, του πρωτοτύπου από τον εισηγητή και την υπογραφή του σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 306 ΚΠολΔ, οπότε και συντελείται η δημιουργία του, βεβαιώνεται ουσιαστικά ότι το αιτιολογικό και το διατακτικό του δημοσιευμένου σχεδίου της απόφασης έχει μεταφερθεί πιστά και με ακρίβεια στο πρωτότυπο. Με την έννοια αυτή ο σύνδεσμος του πρωτοτύπου με το δημοσιευμένη από το σχέδιο απόφαση, στην οποία αποτυπώνονται στη γνήσια μορφή τους το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης κατά τον κρίσιμο χρόνο της δημοσίευσης, δηλαδή κατά τον κρίσιμο χρόνο της εξωτερίκευσης για πρώτη φορά της δικαστικής κρίσης, με την οποία (δημοσίευση) και αποκτά η απόφαση τη νομική της υπόσταση, δεν αποκόπτεται με την υπογραφή του πρωτοτύπου κατά το άρθρο 306 ΚΠολΔ. Έτσι, αν υφίσταται διαφορά και πολύ περισσότερο αντίθεση μεταξύ του πρωτοτύπου και του δημοσιευμένου σχεδίου υπερισχύει το τελευταίο, στο οποίο αποτυπώνεται στη γνήσια μορφή της η απόφαση. Επομένως, αν το πρωτότυπο περιέχει αιτιολογικό και διατακτικό αντίθετο από το αιτιολογικό και το διατακτικό του δημοσιευμένου σχεδίου, απόφαση δεκτική προσβολής με ένδικα μέσα, δηλαδή και με αναίρεση, είναι εκείνη που δημοσιεύθηκε από το σχέδιο και καταχωρίστηκε στα βιβλία δημοσιεύσεων και όχι το θεωρημένο και υπογεγραμμένο πρωτότυπο. Η ερμηνευτική αυτή θέση προάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 499 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία τα ένδικα μέσα μπορούν να ασκηθούν και πριν από την επίδοση της απόφασης, ακόμη και την ίδια ημέρα δημοσίευσης, […]

Read more

ΑΠ 709/2014 : Εκπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης κατά αθωωτικής απόφασης του Αρείου Πάγου.

5 Μαρτίου, 2016

May 11, 201537 views0 Likes0 CommentsShare on LinkedInShare on FacebookShare on Twitter Απόφαση 709 / 2014 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 709/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε’ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά – Εισηγήτρια, Δήμητρα Μπουρνάκα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2916/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Με κατηγορούμενη την Π. Γ. του Τ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ………………….. και πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Φ. του Ι., κάτοικο …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του …………. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 62/7 Νοεμβρίου 2013 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1291/2013. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών . Ες άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, έστω και αν αυτή. όπως απαγγέλθηκε, προσβάλλεται με έφεση και για όλους τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 λόγους, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη αιτιολογίας. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979, και ορίζει ότι η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, προκύπτει ότι η τυχόν καταχώρηση στο ως άνω βιβλίο ποινικής απόφασης, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν είναι τελεσίδικη, αλλά προσβάλλεται με έφεση, και ως εκ τούτου δεν είναι καταχωριστέα στο εν λόγω βιβλίο, δεν έχει καμία έννομη συνέπεια. Επομένως, η πιο πάνω τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εναντίον αποφάσεως, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, είναι εκκλητή, αρχίζει, και μετά την ισχύ της πιο πάνω διάταξης […]

Read more

ΟλΑΠ (Συμβ) 3 / 2014 : ο ΕισΑΠ έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και κατά απαλλακτικού βουλεύματος Συμβ Εφετών σε σχέση με τα αδικήματα του ν. 1608/1950.

5 Μαρτίου, 2016

Περίληψη – η διάταξη του άρθρου 483 παρ.3 του Κ.Π.Δ είναι ειδική έναντι εκείνης του άρθρου 308 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 7 Ν. 1738/1987, η τελευταία δε διάταξη ως γενική υποχωρεί και δεν έχει εφαρμογή, αφού μόνον ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εναντίον “οποιουδήποτε” βουλεύματος, και, επομένως, δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά των απαλλακτικών βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών που εκδίδονται σε σχέση με τα αδικήματα του άρθρου 1 του Νόμου 1608/1950 (πηγή: Ιστοσελίδα ΑΠ) Αριθμός 3/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Βασίλειο Λυκούδη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπροέδρους, Βιολέττα Κυτέα, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Νικόλαο Πάσσο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου – Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Δημήτριο Κράνη, Ευφημία Λαμπροπούλου, Νικόλαο Τρούσα, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Αργύριο Σταυράκη, Ιωάννα Πετροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Δήμητρα Μπουρνάκα – Εισηγήτρια, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Σακκά, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδοπούλου, Μιχαήλ Αυγουλέα, Ελένη Διονυσοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Πάνο Πετρόπουλο, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Γεώργιο Κοντό, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Μαρία Χυτήρογλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως του 1619/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών η οποία εισάγεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου – Σε Συμβούλιο, κατόπιν εκδόσεως της 1522/2013 αποφάσεως του Ζ’Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου – Σε Συμβούλιο. Με κατηγορούμενους τους: 1) Γ. Π. του Ν., κάτοικο …, 2). Ε. – Ε. Τ., κάτοικο Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, του Αγίου Αθανασίου, Αγίου Όρους και 3). Ο. Σ., κάτοικο Σκήτης Αγίας Άννας, Αγίου Όρους. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 53/30 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1097/2013. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στη Πλήρη Ποινική Ολομέλεια που συνήλθε σε Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό και ημερομηνία 12/13 Ιανουαρίου 2014, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: “Εισάγοντες στο Δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο) κατά το άρθρο 485 Κ.Π.Δ την νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα με αριθμό εκθέσεως 53/2013 αίτηση μας, με την οποία ζητούμε την αναίρεση του υπ’ αριθμ. 1619/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτουμε τα εξής σε σχέση με το τύποις παραδεκτό της αίτησης μας αυτής : Κατά το άρθρο 88 παρ. 1 του Συντάγματος, και οι Εισαγγελείς είναι δικαστικοί λειτουργοί. Εντεύθεν συνάγεται ότι ο Εισαγγελέας δεν ταυτίζεται ούτε εξομοιώνεται με τον διάδικο στην ποινική δίκη. Ως εκπρόσωπος της πολιτείας ενεργεί με βάση τον νόμο εντός του κύκλου της αρμοδιότητας του, προς διαφύλαξη και […]

Read more

Γνωμοδότηση για χορήγηση εγγράφων από Δημόσιες Αρχές & Υπηρεσίες στους πολίτες.

5 Μαρτίου, 2016

Με σημαντική γνωμοδότηση η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας είχε καθορίσει την σειρά ενεργειών που πρέπει να ακολουθούν οι πολίτες προκειμένου να έχουν την συνδρομή της Εισαγγελίας για παραγγελία χορήγησης εγγράφων από δημόσιες υπηρεσίες. Σύμφωνα με την γνωμοδότηση η χρονική σειρά ενεργειών είναι η εξής : 1] υποβολή έγγραφης αίτησης του πολίτη προς την διοικητική Αρχή με σαφές και ορισμένο αίτημα και αναφορά του επικαλουμένου εννόμου ή ευλόγου συμφέροντος 2] έγγραφη και αιτιολογημένη απόρριψη της 3] υποβολή έγγραφης αίτησης προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών με συνημμένες σε αυτή την αρχική αίτηση προς τη διοικητική Αρχή και την έγγραφη απόρριψη της από την τελευταία 4] έκδοση αιτιολογημένης Εισαγγελικής παραγγελίας σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης και διαβίβαση της προς τη διοίκηση που υποχρεούται να την εκτελέσει άμεσα. Αναλυτικά όλο το κείμενο της γνωμοδότησης : Αρ. πρωτ. /04-03-2013 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Λάρισα, 04-03-2013 ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ ΠΡΟΣ : Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας, ενταύθα ΚΟΙΝ. : Δημόσιες Αρχές & Υπηρεσίες, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, Οργανισμούς και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας Νομού Λάρισας ΘΕΜΑ : Χορήγηση εγγράφων από Δημόσιες Αρχές & Υπηρεσίες στους πολίτες – έννομο συμφέρον – διαδικασία – αρμοδιότητα Εισαγγελέως Πρωτοδικών. ΣΧΕΤΙΚΑ : Υπ’ αρ. πρωτ. 116/27-02-13 έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας. Γ Ν Ω Μ Ο Δ Ο Τ Η Σ Η της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας Aφού λάβαμε υπόψη μας τις διατάξεις: 1] του άρθρου 5 Ν. 2690/1999 [Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας], ως ισχ. κατ’ άρθρο 11§2 Ν. 3230/2004, σύμφωνα με την οποία : «§1. Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων. Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιες οδηγίες, απαντήσεις της Διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις. §2. Όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον δικαιούται, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των ιδιωτικών εγγράφων που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και είναι σχετικά με υπόθεσή του η οποία εκκρεμεί σε αυτές ή έχει διεκπεραιωθεί από αυτές. §3. Το κατά τις προηγούμενες παραγράφους δικαίωμα δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου, ή αν παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις … §4. Το δικαίωμα των παρ. 1 και 2 ασκείται : α) με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας, ή β) με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή τούτου μπορεί να βλάψει το πρωτότυπο… §6. Η χρονική προθεσμία για τη χορήγηση εγγράφων κατά τις παραγράφους 1 και 2 ή την αιτιολογημένη απόρριψη της σχετικής αίτησης του πoλίτη είναι είκοσι (20) ημέρες». 2] του άρθρου 25§4 εδ. β Ν. 1756/1988 [Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων & Κατάστασης Δικαστ. Λειτουργών] «Ο εισαγγελέας πρωτοδικών … δικαιούται να παραγγέλει στις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφέλειας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 ΚΠΔ» Από το συνδυασμό και την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων συνάγονται τα εξής : α] το δικαίωμα των πολιτών να λάβουν γνώση των διοικητικών εγγράφων είναι ατομικό και πολιτικό, βασιζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 1, 10, 20§2 […]

Read more

ΣτΕ 2080/2014 & 366/2014 : “κατάσχεση εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται κοινοποίηση” – [με σχόλιο Αριστείδη Τσάτσου, Οικονομολόγου – Νομικού, Διδάκτορα Διεθνούς Δικαίου του Πανεπιστημίου Χούμπολντ του Βερολίνου]

5 Μαρτίου, 2016

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε με την υπ αριθμό 2080/2014 απόφαση ότι είναι συνταγματική η κατάσχεση εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται η κοινοποίηση στον τελευταίο του κατασχετηρίου εγγράφου. Ποια ερμηνευτική προσέγγιση ακολούθησε; Γιατί αναίρεσε προηγούμενή του απόφαση; Ποιες αξίες συγκρούονται; Αριθμός 2080/2014 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ / ΤΜΗΜΑ Στ΄ Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Κ. Φιλοπούλου, Α. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Δ. Τομαράς, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος. Για να δικάσει την από 28 Δεκεμβρίου 2011 αίτηση: του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τη Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά του …………… , κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής (………..), ο οποίος δεν παρέστη. Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1347/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Η αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Τομαρά. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α /Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 1. Επειδή, δια την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμον καταβολή παραβόλου. 2. Επειδή, δια της κρινομένης αιτήσεως ζητείται η αναίρεση της υπ’ αρ. 1347/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά της υπ’ αρ. 1942/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχθέν την από 19.06.2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ακύρωσε την υπ’ αρ. 13512/08.08.2006 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … , δια της οποίας είχε επιβληθεί κατάσχεση χρηματικών απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου κατά του Ι.Κ.Α. εκ συντάξεων, για την είσπραξη χρεών προς το Δημόσιο ύψους 565.392,73 ευρώ. 3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση, κατόπιν της υπ’ αρ. 366/2014 παραπεμπτικής αποφάσεως του ιδίου Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση. 4. Επειδή, νομίμως συζητείται η υπό κρίση αίτηση και μη παρισταμένου του καθ’ ού, δοθέντος ότι προκύπτει εκ των στοιχείων της δικογραφίας (βλ. το από 17.03.2014 αποδεικτικό επιδόσεως) νομότυπη επίδοση προς αυτόν της υπ’ αρ. 366/2014 παραπεμπτικής αποφάσεως μετά μνείας της νέας δικασίμου. 5. Επειδή, δια του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 70 του ιδίου νόμου από 1.1.2011, αντικατεστάθησαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το […]

Read more