Τροποποιείται ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας αναφορικά με την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου.

21 Δεκεμβρίου, 2017

Τροποποιείται ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας αναφορικά με την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου «Ώστε να μην κωλύεται η διεξαγωγή των δικών μεγάλης διάρκειας, εξαιτίας των συχνών παραιτήσεων των πληρεξούσιων δικηγόρων των κατηγορουμένων ή της ανάκλησης της εντολής που τους έχει δοθεί» Την τροποποίηση του άρθρου 340 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αναφορικά με την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου προβλέπει νέα τροπολογία που κατατέθηκε στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής και άλλες διατάξεις». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις της παρ. 1 λαμβάνονται μέτρα ώστε να μην κωλύεται η διεξαγωγή των δικών μεγάλης διάρκειας, εξαιτίας των συχνών παραιτήσεων των πληρεξούσιων δικηγόρων των κατηγορουμένων ή της ανάκλησης της εντολής που τους έχει δοθεί από τους κατηγορουμένους. Διαβάστε επίσης: Νέο ενιαίο πλαίσιο ποινών για το «ξέπλυμα βρώμικου χρήματος» στην ΕΕ προτείνει το Ευρωκοινοβούλιο Επιπρόσθετα, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις της παρ. 2 προβλέπεται, ως μεταβατική ρύθμιση, οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου να καταλάβουν και τις εκκρεμείς δίκες. Αναλυτικά η τροπολογία Άρθρο …. Τροποποίηση άρθρου 340 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας 1. Η παρ. 1 του άρθρου 340 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «1. Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση· μπορεί επίσης να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του. Στα κακουργήματα ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει υποχρεωτικά συνήγορο σε άσους κατηγορούμενους δεν έχουν από πίνακα που καταρτίζει τον Ιανουάριο κάθε έτους το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Την ίδια υποχρέωση έχει και ο δικαστής ανηλίκων, όταν ο ανήλικος κατηγορείται για πράξη που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα. Για τον σκοπό αυτόν κατά την έναρξη της συνεδρίασης ο πρόεδρος του δικαστηρίου διακριβώνει για το σύνολο των υποθέσεων, εάν οι κατηγορούμενοι στερούνται συνηγόρου υπεράσπισης. Οι υποθέσεις στις οποίες διορίζεται συνήγορος κατά τα παραπάνω, εκδικάζονται υποχρεωτικά σε συνεδρίαση μετά από διακοπή, προκειμένου να προετοιμαστεί κατάλληλα ο διορισθείς συνήγορος. Η δικάσιμος μετά από τη διακοπή αυτή δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από τριάντα (30) ημέρες. Ο συνήγορος μπορεί να διορίζεται και πριν από τη συνεδρίαση, αν το ζητήσει ο κατηγορούμενος, ακόμα και με απλή επιστολή προς τον εισαγγελέα. Αν κρατείται στις φυλακές, το αίτημά του διαβιβάζεται από τον διευθυντή του καταστήματος κράτησης. Ο εισαγγελέας διορίζει συνήγορο από τον πίνακα και θέτει στη διάθεσή του τη δικογραφία. Σε δίκες για κακούργημα, οι οποίες λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους πρόκειται να έχουν μακρά διάρκεια, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει με την ίδια διαδικασία στον κατηγορούμενο που δεν έχει συνήγορο δύο (2) ή τρεις (3) συνηγόρους από τον ίδιο πίνακα. Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί την υπεράσπισή του από το συνήγορο ή τους συνηγόρους που διορίστηκαν από τον πρόεδρο, μπορεί όμως με αιτιολογημένη αίτησή του να ζητήσει από το δικαστήριο την ανάκληση του διορισμού ενός (1) μόνο συνηγόρου, οπότε η υπεράσπιση συνεχίζεται από τους λοιπούς, εφόσον είχαν διοριστεί περισσότεροι από ένας. Μη εμφάνιση ή μη παράσταση ή με οποιονδήποτε τρόπο μη εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από πληρεξούσιο δικηγόρο στις επόμενες της εναρκτήριας συνεδριάσεις του δικαστηρίου δεν εμποδίζει την πρόοδο της δίκης. Στις ως άνω περιπτώσεις περιλαμβάνεται και η παραίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου ή […]

Read more

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1231/2017 : Χρησιδάνειο. Απόλυτη ακυρότητα μεταβίβασης ή σύστασης εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο, στο οποίο έχει εκτελεστεί αυθαίρετη κατασκευή ή αλλαγή χρήσης.

20 Δεκεμβρίου, 2017

– Χρησιδάνειο. Απόλυτη ακυρότητα μεταβίβασης ή σύστασης εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο, στο οποίο έχει εκτελεστεί αυθαίρετη κατασκευή ή αλλαγή χρήσης. – Από τη διάταξη του άρθρου 810 ΑΚ προκύπτει ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την κατάρτιση συμβάσεως χρησιδανείου η κυριότητα του χρήστη επί του πράγματος, του οποίου παραδίδεται απλώς η χρήση (ΑΠ 367/1990). Επομένως ο χρήστης δεν απαιτείται να είναι οπωσδήποτε κύριος του πράγματος, αρκεί να το έχει στη νομή και κατοχή του, ενώ εάν είναι κύριος, μετά τη λήξη της σύμβασης χρησιδανείου, μπορεί να αναζητήσει αυτό είτε με την ενοχική αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με τη διεκδικητική αγωγή, που βασίζεται στο δικαίωμα της κυριότητας (ΟλΑΠ 805/1973). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 225 ΚΠολΔ, η επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα (παρ. 1). Η μεταβίβαση του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος, δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη. Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κατά τη διάρκεια της δίκης καθιστάμενος ειδικός διάδοχος δεν καθίσταται διάδικος εκ του νόμου, ούτε μπορεί για την επέλευση αυτού του σκοπού να του εκχωρηθεί η αγωγή που ήδη ασκήθηκε, αφού έτσι θα επερχόταν μεταβολή στα πρόσωπα των διαδίκων κατά παράβαση του προαναφερόμενου κανόνα. Όμως, στην περίπτωση μεταβιβάσεως του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος, ο ενάγων υποχρεούται να ζητήσει με τις προτάσεις του την επιδίκαση αυτού στον ειδικό διάδοχο, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή του αγωγικού αιτήματος (ΑΠ 785/2007). Ειδικότερα, στην περίπτωση του χρησιδανείου, για τη μεταβίβαση του επιδίκου πράγματος, που είναι και το αντικείμενο της συμβάσεως, αρκεί η (άτυπη) μεταβίβαση της νομής αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 976 επ. ΑΚ. Δεν απαιτείται οπωσδήποτε και η μεταβίβαση της κυριότητας αυτού κατά τον προβλεπόμενο από το νόμο τύπο, αφού, όπως ο χρήστης, έτσι και ο διάδοχός του δεν απαιτείται να γίνει οπωσδήποτε κύριος του πράγματος, αρκεί να το έχει στη νομή και κατοχή του. – Η μεταβίβαση της νομής δεν καταλαμβάνεται από την προβληθείσα ακυρότητα του άρθρου 23 N. 4014/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 N. 4030/2011, κατά το οποίο “Από τη δημοσίευση του παρόντος απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η μεταβίβαση ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο, στο οποίο έχει εκτελεστεί αυθαίρετη κατασκευή ή αλλαγή χρήσης, όπως ειδικότερα ορίζεται στα άρθρα 5 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του N. 1577/1985 …” Από τη διάταξη αυτή ευθέως συνάγεται ότι από τη δημοσίευση του νόμου (21.9.2011) είναι απολύτως άκυρη κάθε εμπράγματη δικαιοπραξία εν ζωή, που αφορά ακίνητο στο οποίο έχει εκτελεστεί αυθαίρετη κατασκευή ή αλλαγή χρήσης, όπως η έννοια αυτών ορίζεται στα άρθρα 5 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του N. 1577/1985. Δεν εμπίπτει όμως στην ανωτέρω απαγόρευση και η μεταβίβαση της νομής, που δεν συνιστά εμπράγματο δικαίωμα κατά το άρθρο 973 ΑΚ και μπορεί να μεταβιβασθεί άτυπα (άρθρα 976 επ. ΑΚ). inlaw.gr

Read more

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1095/2017 : Προσημείωση υποθήκης. Τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη με βάση διαταγή πληρωμής. ΥΠΟΘΗΚΗ

20 Δεκεμβρίου, 2017

– Από τις διατάξεις των άρθρων 1265, 1276, 1277, 1278, 1291,1292, 1294, 1323 αριθ. 2 ΑΚ, 29 και 41 και 56 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., 993§1 εδ.β’ 706 και 724 Κ.Πολ.Δ., προκύπτουν τα ακόλουθα: α) η προσημείωση υποθήκης αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, πληρούμενη με την τελεσίδικη επιδίκαση της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, που ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης, με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, β) τίτλος για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης είναι η δικαστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής, ως προς την ασφαλιζόμενη χρηματική απαίτησης, γ) η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης αποτελεί ένα από τα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία μπορούν να διαταχθούν από το δικαστήριο. Παρέχεται δε στο δανειστή, ο οποίος δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, προς ασφάλεια της χρηματικής απαίτησής του και εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής εκτέλεσης, πάντοτε, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, που ορίζει και το ασφαλιστέο ποσό. Στη σχετική, για τη λήψη του άνω ασφαλιστικού μέτρου δίκη αιτών είναι ο δανειστής και καθ’ ου η αίτηση ο οφειλέτης, ο οποίος πρέπει να έχει και την κυριότητα επί του ακινήτου, επί του οποίου θα εγγραφεί η προσημείωση. Πλην όμως, υπάρχει η δυνατότητα παροχής άδειας εγγραφής προσημείωσης σε ακίνητο τρίτου, μη οφειλέτη, αν αυτός στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων ρητώς συναινεί προς τούτο. Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος που παραχωρεί το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε δικό του ακίνητο προς εξασφάλιση αλλότριου χρέους, στη σχετική δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομιμοποιείται παθητικώς ως μη υπόχρεος διάδικος. Στην περίπτωση αυτή ο τρίτος ομολογεί τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αίτησης και αποδέχεται, στα πλαίσια της εξουσίας διάθεσης που διέπει και τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, την κατ’ αυτού σχετική αίτηση δ) η συναίνεση του τρίτου, στην εγγραφή προσημείωσης στο ακίνητο του, που δίδεται στα πλαίσια της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, δεν επάγεται και αυτοδίκαιη αλλοίωση των σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο παραχωρών το δικαίωμα προς εγγραφή προσημείωσης τρίτος, με την παραχώρηση αυτή, δεν μεταβάλλεται και σε οφειλέτη του δανειστή, ώστε να ευθύνεται, όχι μόνο εμπραγμάτως, αλλά και ενοχικώς, με το σύνολο της περιουσίας του για την καταβολή του χρέους, προς εξασφάλιση του οποίου παραχωρήθηκε η προσημείωση, έστω μέχρι την αξία του ακινήτου, επί του οποίου αυτή εγγράφηκε, εκτός και αν ο παραχωρών εγγυήθηκε την καταβολή του χρέους ή με σύμβαση με το δανειστή αναδέχθηκε το αλλότριο χρέος, οπότε δεν έχει την ιδιότητα του “τρίτου”, αφού είναι και ο ίδιος οφειλέτης. Η υπό του τρίτου παρεχόμενη προσημείωση αναφέρεται, αποκλειστικά, στην παροχή εξουσίας προς τον υπέρ ου η παραχώρηση δανειστή να επισπεύσει και εναντίον του (τρίτου) αναγκαστική εκτέλεση, προς ικανοποίηση της απαίτησής του από τη δια του πλειστηριασμού αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου του τρίτου, χωρίς η άνω παραχώρηση να καθιστά τον τελευταίο, κατά νομική ή λογική αναγκαιότητα, και υποκείμενο της ενοχικής σχέσης που ευθύνεται προσωπικά για την καταβολή του με την προσημείωση εξασφαλισθέντος χρέους. Επέρχεται, δηλαδή, όπως και επί της παραχώρησης δικαιώματος εγγραφής υποθήκης από τρίτο, μη οφειλέτη, σε ακίνητο του, διάσπαση της ενοχικής από την εμπράγματη ευθύνη, η οποία περιορίζεται μόνο στην υποχρέωση του τρίτου να ανεχθεί τη σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση επί του συγκεκριμένου ακινήτου, επί του οποίου εγγράφηκε η υποθήκη. […]

Read more

Α.Π. 1653/2011 : Ο καταλογισμός των καταβολών του οφειλέτη επί περισσότερων χρεών αυτού ανήκει στον ίδιο.

18 Δεκεμβρίου, 2017

Α.Π. 1653/2011 (Τμ. Α1΄ Πολ.) εκτός αν υπάρχει ιδιαίτερη συμφωνία των συμβαλλομένων ως προς τον τρόπο καταλογισμού, είτε πριν, είτε κατά, είτε και μετά την καταβολή, τέτοια δε (σιωπηρή) συμφωνία θεωρείται η περίπτωση κατά την οποία ο δανειστής προσδιόρισε πού θα καταλογισθεί το καταβαλλόμενο και ο οφειλέτης, χωρίς να φέρει αντίρρηση, προέβη στην καταβολή. Κατά το άρθρο 416 Α.Κ., η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Ο οφειλέτης, εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους και ισχυριζόμενος απόσβεση αυτού με καταβολή, αρκεί να αποδείξει την καταβολή αυτή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η γενομένη καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού μόνο γι΄ αυτό είναι η διαφορά (Α.Π.178/2010, Α.Π.1977/2009, Α.Π.1927/2008). Ο δανειστής, ωστόσο, δικαιούται, κατ΄ αντένσταση, να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η προβαλλόμενη καταβολή αφορά άλλο χρέος του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επιδίκου χρέους, είτε κατόπιν συμφωνίας, είτε με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου χρέους, από τα περισσότερα χρέη, με βάση το άρθρο 422 εδ.α΄ Α.Κ. (Α.Π. 1977/2009, Α.Π. 1927/2008, Α.Π. 1988/2006, ΑΠ 1439/ 2005). Ειδικότερα, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 422 Α.Κ., για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, η οποία είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή. Και ναι μεν ο δανειστής δεν έχει ποτέ το δικαίωμα να ορίσει μονομερώς το χρέος που θα εξοφληθεί, ο οφειλέτης, όμως, μπορεί να συμφωνήσει, ρητά ή σιωπηρά, στον προσδιορισμό που προτείνει ο δανειστής, οπότε πλέον ο καταλογισμός δεν γίνεται με βάση το άρθρο 422 Α.Κ., αλλά κατά τη συμφωνία των μερών (αρθρ. 361 του ιδίου Κώδικα). Έτσι, υπάρχει, συμπερασματικά συναγόμενη, (σιωπηρή) αποδοχή της πρότασης καταλογισμού του δανειστή από τον οφειλέτη, όταν ο τελευταίος δεν όρισε κατά την καταβολή κάτι σχετικό, ενώ ο δανειστής προσδιόρισε που θα καταλογισθεί το καταβαλλόμενο και ο οφειλέτης, χωρίς να φέρει αντίρρηση, προέβη στην καταβολή (Α.Π. 370/2001). Αν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών ως προς τον τρόπο του καταλογισμού, ούτε ο οφειλέτης άσκησε το κατά το εδάφιο α΄ του άρθρου 422 Α.Κ. προσδιοριστικό του δικαίωμα, το οποίο είναι δεσμευτικό έναντι του δανειστή, η παροχή καταλογίζεται με βάση τα αναφερόμενα στο εδάφιο β΄ του ίδιου άρθρου κριτήρια (Α.Π. 1977/2009, Α.Π. 250/2002, Α.Π. 543/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 423 Α.Κ., αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 423 Α.Κ., οι οποίες θεσπίσθηκαν, κατά την αντίληψη του πρακτικού βίου και των συναλλακτικών ηθών και είναι ενδοτικού δικαίου, προκύπτει ότι α) μπορούν οι συμβαλλόμενοι να συμφωνήσουν, έστω και σιωπηρά, διαφορετικό καταλογισμό και β) αν δεν υπάρξει τέτοια σύμβαση, μόνο αν ο οφειλέτης ορίσει άλλη σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ.1 του άρθρου αυτού και ο δανειστής έλαβε και κράτησε την παροχή, όπως όρισε τον καταλογισμό της ο οφειλέτης, είναι υποχρεωμένος ο δανειστής να την καταλογίσει σύμφωνα με τη θέληση του οφειλέτη. Διαφορετικά, αν δηλαδή […]

Read more

ΑΠ 1371/2017 : – Παραβίαση υποχρέωσης προς διατροφή. Στοιχεία εγκλήματος. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.

17 Δεκεμβρίου, 2017

ΑΡΙΘΜΟΣ 1371/2017 ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ – Παραβίαση υποχρέωσης προς διατροφή. Στοιχεία εγκλήματος. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφφαση. – Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 ΠΚ, “όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται: α) υποχρέωση διατροφής από τον νόμο, που ιδρύεται με βάση τον δεσμό του γάμου μεταξύ των συζύγων, διαζευγμένων συζύγων, συγγενών εξ αίματος κατ’ ευθείαν γραμμή ή αδελφών και θετών τέκνων, β) η υποχρέωση να έχει αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινώς, που διατηρεί την ισχύ της μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση διατροφής, έστω και αν μεταβληθούν οι όροι διατροφής, γ) δόλος, ήτοι δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή από κακοβουλία, δηλαδή ενδιάθετη βούληση μη συμμορφώσεως του δράστη προς την υποχρέωση, οφειλόμενη σε κακεντρέχεια και κακή θέληση να στερηθεί ο δικαιούχος τα αναγκαία προς το ζην, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεως του δικαιουμένου προσώπου για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα και δεν αρκεί λησμοσύνη ή οικονομική αδυναμία, η δε οικονομική δυνατότητα του υπόχρεου κρίνεται σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση και την επαγγελματική του δραστηριότητα. Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Στο δόλο του δράστη περιλαμβάνεται και η γνώση της περί διατροφής υποχρεώσεως, βάσει όμως ήδη εκδοθείσας σε βάρος του δικαστικής αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και τυπική επίδοση ρε αυτόν της αποφάσεως με δικαστικό επιμελητή και γνώση ότι ο δικαιούχος θα περιέλθει σε στερήσεις ή θα αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων για τη διατροφή του και δ) ο δικαιούχος να υποστεί πράγματι στερήσεις ή να αναγκασθεί να ζητήσει ή να δεχθεί βοήθεια άλλων. Περαιτέρω η παραβίαση της υποχρεώσεως προς διατροφή τελείται κατ’ εξακολούθηση για απέχοντα χρονικώς διαστήματα (μηνών). Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο περί της υπάρξεως υποχρεώσεως διατροφής, πλην όμως τούτο ερευνά το κύρος και την ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ. 1 του ΚΠΔ, σε συνάρτηση με το χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όχι όμως και την ορθότητα της. – Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το όρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. – Κατά το όρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ” αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη […]

Read more

ΜΠρΑθ 417/2017 : Αναγκαστική εκτέλεση – Συμψηφισμός δικαστικής δαπάνης -Αμοιβή δικηγόρου -.

14 Δεκεμβρίου, 2017

Αμοιβή δικηγόρου του επισπεύδοντος εκτέλεση απόφασης, που συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, για την σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση: 150 Ευρώ (αμοιβή + ΦΠΑ) ανά καθ’ ού η εκτέλεση. ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ Αριθμός απόφασης 417/2017 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Αποτελούμενο από το Δικαστή Χρήστο Αλμπάνη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Γεωργία Σκαφιδά. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των ανακοπτόντων : 1) … κατοίκου Αθηνών, …, με ΑΦΜ: …, και 2) της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα, …, εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Μαρκάκη, κάτοικο Αγίου Δημητρίου Αττικής, ʼρτης 11, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των καθών η ανακοπή : 1) της υπό εκκαθάριση τελούσης αστικής εταιρίας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) … κατοίκου Χαλανδρίου, …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πέτρο Σταυριανό, κάτοικο Λθηνών, Λ. Αλεξάνδρας 146Β, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις Οι ανακόπτοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 7-12-2016 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 88476/17221/2016 ανακοπή τους που προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν. ΑΦΟΥ MEΛEΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣKEΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι ανακόπτοντες, με την κρινόμενη ανακοπή, και για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους, ζητούν την ακύρωση της από 8-11-2016 επιταγής για εκτέλεση πού γράφηκε κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της με αριθμό 1378/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος τους δυνάμει της ανωτέρω επιταγής. Η ανακοπή, που αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, που είναι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρο 933§§ 1 και 3 ΚΠολΔ), για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 937 αριθμ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω καθώς η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργήθηκε μετά την 1-1-2016), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 4335/2015). Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της. Το άρθρο 72 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) ορίζει: «Αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση. 1. Για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο», ήτοι η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση ισούται με τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε από το δικαστήριο που εξέδωσε τον εκτελεστό τίτλο. Όμως σε περίπτωση που τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων συμψηφίστηκαν, στο σύνολό τους, αυτό δεν μπορεί να σημαίνει ότι στο στάδιο της εκτέλεσης ο πληρεξούσιος του επισπεύδοντος δεν μπορεί να αναζητήσει αμοιβή. Λαμβάνοντας υπόψη ότι χώρησε ολικός συμψηφισμός της δικαστικής δαπάνης, αυτό σημαίνει ότι το Δικαστήριο είχε υπόψη του συγκεκριμένη […]

Read more

ΜονΠρωτΗρακλείου 629/2017 : Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (ν. 2472/1997), Τηλεφωνικές κλήσεις για σκοπούς απευθείας προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για διαφημιστικούς σκοπούς (ν. 3471/2006), Αποζημίωση – αξίωση επιδίκασης ποσού 10.000 ευρώ, κατ’ ελάχιστο, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ανεξάρτητα από τυχόν περιουσιακή βλάβη, επί παραβάσεως του ν. 34/1/2006 (άρθρο 14 οικείου νόμου).

14 Δεκεμβρίου, 2017

Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου 629/2017 Δικαστής: Μαρία Σγουρού, Πρόεδρος Πρωτοδικών Δικηγόροι: Ελένη-Μαγδαληνή Δαμιανίδου – Σοφία Τσαντηράκη, Αλέξανδρος Πουλέας Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (ν. 2472/1997)• ενημέρωση του υποκειμένου και συγκατάθεσή του στην επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν δήλωση περί μη επεξεργασίας δεδομένων για λόγους προώθησης πωλήσεως αγαθών ή παροχής υπηρεσιών εξ αποστάσεως. – Τηλεφωνικές κλήσεις για σκοπούς απευθείας προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για διαφημιστικούς σκοπούς (ν. 3471/2006)• επικοινωνία με και χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση τηλεφωνικές κλήσεις με ανθρώπινη παρέμβαση για τους σκοπούς αυτούς επιτρέπονται, εκτός αν ο καλούμενος δήλωσε ότι δεν τις επιθυμεί (σύστημα «opt-out»), είτε ειδικά ως έκφραση αντίρρησης απευθείας στον διαφημιζόμενο-υπεύθυνό επεξεργασίας (άρθρο 13 ν. 2472/1997) είτε γενικά μέσω εγγραφής του στον ειδικά κατάλογο («μητρώο opt-out») συνδρομητών του παρόχου του των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (άρθρο 11 ν. 3471/2006):: κλήσεις χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση επιτρέπονται μόνο κατόπιν προηγούμενης συγκατάθεσης του καλούμενου- διάκριση μεταξύ υπεύθυνου επεξεργασίας και εκτελούντος την επεξεργασία προκειμένου για κλήσεις με ανθρώπινη παρέμβαση• αξίωση επιδίκασης ποσού 10.000 ευρώ, κατ’ ελάχιστο, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ανεξάρτητα από τυχόν περιουσιακή βλάβη, επί παραβάσεως του ν. 34/1/2006 (άρθρο 14 οικείου νόμου). Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός των απαιτουμένων κατά τα άρθρα 119 έως 120 του ίδι¬ου Κώδικα στοιχείων, και τους λόγους έφεσης. Ως λόγοι έφεσης, οι οποίοι δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά πρέπει να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητάς τους να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνι¬ση της εκκαλουμένης αποφάσεως (βλ. ΕφΘεσ 435/2010, Αρμ 2011.472, ΕφΙωαν 172/2006, Αρμ 2007.419), νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις, που συνίστανται ως επί το πλείστον σε παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου. Οι παραδρομές αυτές είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1962/2006 ΕλλΔνη 50, 742). Ο λόγος της έφεσης πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα που αποδίδονται στην εκκαλουμένη και δικαιολογούν κατά το αίτημα της έφεσης την εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της, έτσι ώστε το δικαστήριο να μπορεί να κρίνει περί του νομίμου και βάσιμου αυτού. Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, ο ενάγων και ήδη εκκαλών παραπονείται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδίκασε εξ αρχής την αγωγή του με την προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, κρίνοντας ότι αυτές υπάγονταν στην ίδια διαδικασία, ενώ όφειλε να παραπέμψει αυτήν στο αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο δικαστήριο για να δικαστεί με την αρμόζουσα στο αντικείμενό της τακτική διαδικασία. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής διότι, ακόμη και αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κατά την κρίση του κατά την εφαρμογή του δικονομικού κανόνα του άρθρου 246 ΚΠολΔ, δεν βλάπτεται από αυτήν ο ενά¬γων και ήδη εκκαλών ούτε ωφελείται αυτός από την απόρριψη της συγκεκριμένης διατάξεως της απόφασης. Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, ο ενάγων παραινείται για εσφαλμένη εκτίμηση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των αποδείξεων καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 5, 11 και 14 ν. 3471/2006. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. […]

Read more

ΔιατΕισΠρΑθ 201/2017 :Δεν συνιστά απόπειρα του εγκλήματος μόνο με την προβολή του ενδίκου ισχυρισμού. Αιτιώδης συνάφεια. Συκοφαντική δυσφήμιση. Δεν είναι τρίτος ο εκ καθήκοντος λαμβάνων γνώση κάποιου ισχυρισμού. Δικαστικοί Λειτουργοί.

14 Δεκεμβρίου, 2017

ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΔΙΑΤΑΞΗ Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ Αφού λάβαμε υπ’ όψιν μας την υποβληθείσα στις 22.3.2017 έγκληση του ……………, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, οδός …………, ΑΦΜ ………………./ΔΟΥ ……….. κατά των … δια της οποία καταγγέλλει ότι η πρώτη εκ των εγκαλουμένων, εν διαστάσει σύζυγός του, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα κινητά πράγματα του ιδίου, ότι επιχείρησε να παραπλανήσει τον συνθέτοντα το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου Δικαστικό Λειτουργό δι’ υποβολής των προτάσεών της προσκομίζοντας ψευδείς κατά περιεχόμενο ένορκες βεβαιώσεις κατά την εκδίκαση αγωγής του περί αποδόσεως κινητών πραγμάτων καθώς επίσης τον συνθέτοντα το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών Δικαστικό Λειτουργό κατά την εκδίκαση αιτήσεώς του περί μεταρρυθμίσεως της υπ’ αρ. 1000/2016 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού προσεκόμισε ψευδή, κατά περιεχόμενο, ένορκη βεβαίωση, ότι στις 27.3.2016 και 1.6.2016 υπέβαλλε εν γνώσει της ψευδείς μηνύσεις και αυτού σκοπεύοντος την κατ’ αυτού άσκηση ποινικής διώξεως, επί των οποίων σχηματίσθηκαν οι υπό στοιχεία ΑΒΜ … και … ποινικές δικογραφίες∙ ομοίως δε στις 27.2.2017 σχηματισθείσα της υπό στοιχεία ΑΒΜ … ποινικής δικογραφίας, βλάπτοντας, ωσαύτως, την τιμή και υπόληψή του με τα εκεί διαλαμβανόμενα όπως επίσης και με τα αναφερόμενα στην από 3.3.2017 εξώδικη δήλωση και πρόσκλησή της, ότι προκάλεσε σωματική βλάβη στο ανήλικο τέκνο τους «υπό τη μορφή της ψυχικής βλάβης αυτού» (παρατίθεται αυτούσια η διατύπωση της εγκλήσεως: σελ. 24), ότι εξέθεσε σε κίνδυνο τα ανήλικα τέκνα τους μη θέτοντας βρεφικά καθίσματα στο όχημά της και μη παραδίδοντας στον ίδιο τα βιβλιάρια υγείας τους, ότι παραβίασε εξακολουθητικώς τη δικαστική απόφαση υπ’ αρ. 1000/2016 αρνούμενη να παραδώσει τα ανήλικα παιδιά τους σε αυτόν, καίτοι δυνάμει της, ως είρηται, αποφάσεως δικαιούται να επικοινωνεί με αυτά, ότι αυτή δια της υποβολής ψευδών κατ’ αυτού εγκλήσεων και της ενόρκου βεβαιώσεως του περιεχομένου της διέπραξε το έγκλημα της ψευδορκίας καθώς επίσης ότι οι δεύτερη και τρίτος εκ των εγκαλουμένων βεβαίωσαν ψευδς πραγματικά περιστατικά στις δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις και παρείχαν συνδρομή στον πρώτο εξ’ αυτών στο έγκλημα της απόπειρας απάτης και της απάτης επί Δικαστηρίων, εκθέτουν τα εξής: Από το άρθρο 47 παρ. 1, 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών απορρίπτει με συνοπτικώς αιτιολογημένη διάταξή του την υποβληθείσα έγκληση, μεταξύ των λοιπών περιπτώσεων, εάν δεν στηρίζεται στο νόμο. Περαιτέρω, από το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ που ορίζει ότι «όποιος έχοντας αποφασίσει να τελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης τιμωρείται, αν το κακούργημα ή το πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη» προκύπτει ότι για τη νομοτυπική μορφή της απόπειρας διαπράξεως εγκλήματος απαιτείται πράξη που περιέχει, τουλάχιστον, αρχή εκτελέσεως αυτού, δηλ. κάθε ενέργεια του δράστη η οποία, εάν δεν ήθελε ανακοπεί για οποιονδήποτε λόγο, οδηγεί οπωσδήποτε στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτό σε τέτοια συνάφεια, άμεση και αναγκαία, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής (ΑΠ 1201/2015, ΝοΒ, τομ. 64, 322). Ειδικώς για το έγκλημα της απάτης επί Δικαστηρίω, που διαπράττεται με παραπλάνηση του Δικαστού όταν υποβάλλεται σε αυτόν ψευδής ισχυρισμός ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων, δηλ. πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων αλλά ψευδών κατά το περιεχόμενό τους (ψευδής κατάθεση μάρτυρα κλπ.), από τα οποία προκύπτει παραπλάνηση του και έκδοση αποφάσεως που ως διαθετική πράξη βλάπτει την περιουσία τρίτου προσώπου (ΑΠ 238/2015, ΠΧρΞΣΤ, […]

Read more